Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

Πληθαίνουν οι φωνές κατά της λιτότητας

Πληθαίνουν στην Ευρώπη οι φωνές ενάντια στην πολιτική της σκληρής λιτότητας που επιβάλλει στους αδύναμους εταίρους του το Βερολίνο, ενώ στο μέτωπο κατά της Ανγκελα Μέρκελ προστίθενται καθημερινά επιφανείς οικονομολόγοι, αναλυτές και πολιτικοί.

«Πυρά» κατά της Γερμανίας εξαπέλυσαν χθες δύο σημαίνοντες πολιτικοί, τα ονόματα των οποίων έχουν ταυτιστεί άρρηκτα με την ευρωπαϊκή ενοποίηση: ο πρώην καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ και ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζακ Ντελόρ, οι οποίοι κατά το πρόσφατο παρελθόν υπήρξαν άκρως επικριτικοί για τη «συνταγή» που επιβλήθηκε στην Αθήνα.

Με κοινό άρθρο τους στους New York Times, την ισπανική El Pais και άλλες ευρωπαϊκές εφημερίδες, εν όψει της πρωτοβουλίας του Ιδρύματος Berggruen «New Deal για την απασχόληση των νέων», οι δύο άνδρες απηύθυναν έκκληση προς την ισχυρότερη οικονομία της Γηραιάς Ηπείρου να δώσει στους εταίρους της την ίδια ευκαιρία που είχε και αυτή όταν αντιμετώπισε το 2003 και το 2004 δυσκολίες δημοσιονομικής προσαρμογής.

Προειδοποίηση

Στο άρθρο, υπό τον τίτλο «Δημοκρατία, δουλειές και ανάπτυξη», οι δύο πολιτικοί προειδοποιούν ότι «σε χώρες όπως η Ιταλία, η Ελλάδα και η Ισπανία, όπου το κοινωνικό κόστος της προσαρμογής είναι υψηλό, βρίσκεται σε εξέλιξη μια τάση αντίδρασης κατά της ίδιας της ιδέας της Ευρωπαϊκής Ενωσης».

«Βλέπουμε σήμερα», συνεχίζουν, «την ανησυχητική άνοδο πολιτικών κομμάτων και κινημάτων οι υποστηρικτές των οποίων θεωρούν ότι οι εθνικιστικές διεκδικήσεις θα τους απελευθερώσουν από τις κοινές απαιτήσεις της διακυβέρνησης της Ευρώπης, ή που πιστεύουν ότι ο προστατευτισμός θα τους βοηθήσει να αποφύγουν την αντιμετώπιση της έλλειψης ανταγωνιστικότητας που χαρακτηρίζει την τελευταία».

«Αυτό που φαίνεται ξεκάθαρα», γράφουν οι Ντελόρ-Σρέντερ, «είναι το γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι πολίτες δεν θα ακολουθήσουν τον δρόμο των μεταρρυθμίσεων και της στενότερης ενοποίησης, παρά μόνον εάν υπάρχει μία φωνή στη διαμόρφωση αυτής της πορείας - εάν υπάρχει ένα κοινό, επείγον πρόγραμμα απασχόλησης που να δείχνει ότι η Ευρώπη λειτουργεί».

Κατά την άποψή τους, τα διδάγματα που μπορούμε να αντλήσουμε από τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες στην Ευρώπη είναι πολλά.

Πρώτον και κυριότερο είναι το «χρονικό χάσμα μεταξύ της λήψης των επώδυνων αποφάσεων και των ορατών αποτελεσμάτων τους». Η συγκεκριμένη χρονική περίοδος μπορεί να διαρκέσει «όπως συνέβη και στη Γερμανία, έως και πέντε έτη, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται προβλήματα στους πολιτικούς όταν οι εκλογές διενεργούνται κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, όπως είδαμε να συμβαίνει στην Ιταλία».

«Δεύτερον, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις μπορούν να έχουν αποτέλεσμα μόνο μαζί με ανάπτυξη», υποστηρίζουν οι δύο πολιτικοί, φέρνοντας ως παράδειγμα τη δημοσιονομική προσαρμογή της ίδιας της Γερμανίας μέσα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο το 2003 και το 2004.

«Σε γενικές γραμμές», όπως άλλωστε υποστηρίζουν, «ο διάλογος που διεξάγεται σήμερα αποτελεί κατά κάποιον τρόπο επανάληψη του διαλόγου που είχε γίνει το 2003 και το 2004 αναφορικά με το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης» (τη συγκεκριμένη περίοδο Γαλλία και Γερμανία είχαν παραβιάσει τον «χρυσό κανόνα» των ορίων του 3% για το δημοσιονομικό έλλειμμα και του 60% για το χρέος ως προς το ΑΕΠ τους, με αποτέλεσμα πολλοί να τάσσονται υπέρ της χαλάρωσης των κριτηρίων).

Ανάπτυξη

«Κατά την αναθεώρηση του Συμφώνου, Γαλλία και Γερμανία δεν είχαν ως πρόθεση την αποδυνάμωση των κριτηρίων», υποστηρίζουν οι Σρέντερ-Ντελόρ. «Αντιθέτως, επικεντρωθήκαμε στην ενίσχυση της αναπτυξιακής πλευράς του Συμφώνου, επειδή η Γερμανία, κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, δεν ήταν σε θέση να στηρίξει την εξοικονόμηση δισεκατομμυρίων ευρώ ταυτόχρονα με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις».

Οι δύο άνδρες επισημαίνουν ότι «η Γερμανία πρέπει τώρα να δώσει στους εταίρους της την ίδια ευκαιρία», τονίζοντας ότι «Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία και Ισπανία έχουν σημειώσει πρόοδο στη μεταρρύθμιση των χρηματοοικονομικών τους, με την Κύπρο να πρέπει να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο».

«Η οικονομική και πολιτική κατάσταση στις συγκεκριμένες χώρες καταδεικνύει ότι μόνη η αποταμίευση δεν είναι αρκετή για να ξεπεραστεί η κρίση. Αντιθέτως: υπάρχει ο κίνδυνος η ασφυκτική πολιτική λιτότητας να στραγγαλίσει σχεδόν τις εθνικές οικονομίες», προσθέτουν οι αρθρογράφοι, υποστηρίζοντας ότι «στον βαθμό που προχωρούν σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, οι συγκεκριμένες χώρες χρειάζονται επίσης βοήθεια».

Μάριο Ντράγκι: Περισσότερη Ευρώπη

Πεπεισμένος ότι η απάντηση στην κρίση χρέους είναι η... «περισσότερη Ευρώπη» εμφανίζεται ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, ο οποίος όμως προειδοποιεί: «Οι Ευρωπαίοι δεν επιτρέπεται να είναι ικανοποιημένοι με αυτά που έχουν πετύχει».

Μιλώντας σε εκδήλωση στο Λονδίνο, ο «Σούπερ Μάριο» υποστήριξε ότι η ζώνη του ευρώ διέπεται από μεγαλύτερη σταθερότητα σε σχέση με τον περασμένο χρόνο, ωστόσο οι οικονομικές συνθήκες παραμένουν απαιτητικές και οι κυβερνήσεις πρέπει να προωθήσουν τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις.

Ειδικότερα, δήλωσε ότι οι ευρωπαϊκές χώρες θα πρέπει να υποστηρίξουν τα σχέδια για τα οποία δεσμεύτηκαν τον περασμένο Ιούνιο, συμπεριλαμβανομένου ενός ενοποιημένου τραπεζικού συστήματος.

«Η απάντηση στην κρίση δεν είναι μια μικρότερη Ευρώπη αλλά μια μεγαλύτερη», είπε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι η αποφασιστική δράση της ΕΚΤ έχει δώσει χρόνο στις κυβερνήσεις να σταθεροποιήσουν την οικονομική τους κατάσταση.

Μέτρα - ανάσα

«Τα μέτρα που πήραμε έδωσαν στις αγορές μιαν ανάσα, οι οποίες κυριαρχούνταν από τον πανικό, είπε ο Μάριο Ντράγκι.

«Σήμερα βλέπουμε κάποια ενθαρρυντικά σημάδια και απτές βελτιώσεις των χρηματοοικονομικών συνθηκών», συμπλήρωσε.

Σε άλλο σημείο της ομιλίας επανέλαβε ότι οι Ευρωπαίοι δεν επιτρέπεται να είναι ικανοποιημένοι με αυτά που έχουν πετύχει. Τόσο η Ευρωπαϊκή Ενωση όσο και η Ευρωζώνη θα πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειες για την ολοκλήρωσή τους. Και τόνισε με έμφαση:

«Είμαι βέβαιος ότι οι δημοκρατίες μας έχουν τη βούληση και την αποφασιστικότητα να βρουν έναν κοινό δρόμο προκειμένου να ενισχύσουν τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, έτσι ώστε αυτοί να παραμείνουν και για τις επόμενες γενεές πηγή ειρήνης και ευημερίας, όπως ήταν και για μας».

Ξένοι οίκοι και Τύπος χτυπούν τη γερμανική συνταγή λιτότητας

Η μεγάλη... γκάφα των Ευρωπαίων

Με ρυθμούς... πολυβόλου ξένοι οίκοι και Τύπος χτυπούν τη γερμανική συνταγή λιτότητας και καλούν τους Ευρωπαίους ηγέτες να αναλάβουν δράση πριν να είναι αργά.

Ως μια μεγάλη... γκάφα των Ευρωπαίων με μακροπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες θεωρεί τη σκληρή λιτότητα που επιβλήθηκε στις χώρες του Νότου ο αρθρογράφος των Financial Times Μάρτιν Γουλφ, λίγες μόλις ώρες μετά τον Economist, που χαρακτήρισε τους ηγέτες της ΕΕ «υπνοβάτες που βαδίζουν στον γκρεμό».

Οπως αναφέρει με γλαφυρό τρόπο ο αρθρογράφος της βρετανικής εφημερίδας, αυτό που συμβαίνει σε μεγάλο μέρος της Ευρωζώνης είναι χειρότερο από έγκλημα: είναι μια μεγάλη γκάφα.

Χαμένες επενδύσεις

Οι ζημιές που επέφερε είναι τεράστιες, όχι μόνο βραχυπρόθεσμα αλλά και μακροπρόθεσμα, αν καταγράψει κανείς το κόστος των χαμένων επενδύσεων, των επιχειρήσεων που δεν συστάθηκαν ποτέ, των δυνατοτήτων που ατρόφησαν και των ελπίδων που καταστράφηκαν.

Κατά τον Μάρτιν Γουλφ «η λιτότητα δεν μπορεί να σκοτώσει την οικονομία. Μπορεί όμως να προκαλέσει μεγάλο αχρείαστο πόνο και σπατάλη, καθώς πρόκειται για μια θεραπεία που επιδεινώνει την ασθένεια».

Ο ίδιος διαφωνεί με την άποψη ότι η Ευρωζώνη δεν είχε εναλλακτική πέραν της λιτότητας και παρουσιάζει μια σειρά από κινήσεις στις οποίες θα μπορούσαν να προχωρήσουν οι Ευρωπαίοι. Για παράδειγμα, οι πιστώτριες χώρες θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν ότι απολαύουν πολύ χαμηλών επιτοκίων στο δημόσιο χρέος τους, εν μέρει εξαιτίας των κρίσεων στις ευάλωτες χώρες, και θα μπορούσαν να μοιραστούν μέρος των κερδών με τις αδύναμες χώρες.

Επιπλέον, η απαραίτητη προσαρμογή θα μπορούσε να έχει επιβληθεί πολύ πιο συμμετρικά. Από την πλευρά της η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα μπορούσε να παρέμβει με αγορές ομολόγων το καλοκαίρι του 2012. Επίσης, τα κεφάλαια που δόθηκαν για να μειωθούν οι επιπτώσεις από την κρίση θα μπορούσαν να είναι πολύ μεγαλύτερα και να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στις αναγκαίες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και λιγότερη στη δημοσιονομική συρρίκνωση.

Σημειώνει ακόμη ότι η σωστή προσέγγιση θα έπρεπε να περιλαμβάνει πολιτικές ενίσχυσης των τραπεζών, στρατηγικές αύξησης των κινήτρων για επενδύσεις στον ιδιωτικό τομέα, επεκτατική νομισματική πολιτική και τη δυνατότητα των κυβερνήσεων να δανείζονται και να δανείζουν.

Υπενθυμίζεται ότι ο Economist παρουσιάζει στο τελευταίο του εξώφυλλο τους Ευρωπαίους ηγέτες ως... υπνοβάτες που βαδίζουν με μαθηματική ακρίβεια προς τον γκρεμό και τους καταλογίζει έλλειψη πολιτικής βούλησης.

«Να βγουν από τον λήθαργο»

«Για το καλό όλων, οι Ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να ταρακουνηθούν και να βγουν από τον λήθαργό τους. Πρέπει να αντιληφθούν ότι εάν δεν αναλάβουν δράση, η Ευρωζώνη αντιμετωπίζει τη στασιμότητα ή τη διάλυση - ενδεχομένως και τα δύο», γράφει χαρακτηριστικά και επισημαίνει ότι αυτή η χαλάρωση οφείλεται εν μέρει στην αναμονή μέχρι τις εκλογές του Σεπτεμβρίου στη Γερμανία, αλλά πρωτίστως στην κακή εικόνα της ΕΕ και των πολιτικών στα μάτια των πολιτών.

Σύμφωνα με το βρετανικό περιοδικό, η ηρεμία και η αισιοδοξία που επικρατούν το τελευταίο διάστημα στις Βρυξέλλες, που απέχουν πολύ από τις «πανικόβλητες ολονύκτιες συνεδριάσεις» του περασμένου χρόνου, δεν αποτελούν σημάδια «ανάκαμψης» αλλά αντιθέτως «παρακμής».




ethnos.gr
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...