Σάββατο, 7 Μαρτίου 2015

Το ελληνικό ποντιακό χωριό Χανκαβάν στην Αρμενία


Δεν έτυχε ποτέ να γνωρίσω κάποιον που να μην του αρέσουν τα ταξίδια. Όμως σπανίως έχω την ευκαιρία να συναντήσω αληθινούς ταξιδιώτες. Ανθρώπους που δεν επισκέπτονται απλά ένα μέρος αλλά επιδιώκουν να το γνωρίσουν σε βάθος, να δουν με τα μάτια των ντόπιων και να φύγουν έχοντας γίνει πιο πλούσιοι σε εμπειρίες και όχι μόνο σε εικόνες.

Σε αυτή την κατηγορία ένιωσα ότι ανήκουν ο γιατρός Μανώλης Κυριακόπουλος και οι συνταξιδιώτες του Γιώργος Ζυμής από το Ναύπλιο, Στράτος Τσαρούχης από το Αγρίνιο, Στέλιος Οικονομάκης και Νατάσα Σπηλιοπούλου από την Κρήτη, οι οποίοι έκαναν ταξίδι 22 ημερών σε Τουρκία, Γεωργία και Αρμενία με τις μοτοσικλέτες τους.



Από τα 7.600 χλμ. που διάνυσαν, τα 1.850 καλύφθηκαν μέσα στην Αρμενία όπου έμειναν 9 μέρες. Οι εκπλήξεις πολλές και όμορφες. Το pontos-news.gr στάθηκε ιδιαιτέρως σε μία: το ελληνικό ποντιακό χωριό Χανκαβάν, ένα από τα λίγα που έχουν απομείνει στην Αρμενία. Ζητήσαμε από τον Μανώλη Κυριακόπουλο, του οποίου η οικογένεια από την πλευρά του πατέρα του κατάγεται από τον Πόντο, να μας περιγράψει τις στιγμές που έζησε εκεί.

Γιατί επιλέξατε την Αρμενία;

Είμαστε μια παρέα που ταξιδεύουμε πάνω από δέκα χρόνια με μηχανές. Είμαστε φίλοι. Γνωριζόμαστε χρόνια. Αυτή τη φορά είχαμε τη χαρά να συνταξιδέψουμε με μια ομάδα παιδιών που ζουν στην Κρήτη. Το ταξίδι το είχαμε συζητήσει από κοινού. Για μένα όμως το ταξίδι στην Αρμενία ήταν ιδιαίτερο, ήταν όνειρό μου. Ο πατέρας της γιαγιάς μου ήταν Αρμένιος, η ίδια η γιαγιά ήταν από την Καισάρεια και μιλούσε τούρκικα. Η οικογένεια του πατέρα μου ήταν από τον Πόντο, ο παππούς από την Σαφράμπολη και η γιαγιά από το Τσίντε, μεταξύ Σινώπης και Αμάστρας. Τον πατέρα της δεν τον γνώρισε ποτέ και το μόνο που θυμόταν ήταν να μετράει μέχρι το δέκα στα αρμένικα και έλεγε και κάποια προσευχή. Οπότε καταλαβαίνεις τι είδους συναισθήματα έχω…



Και πώς βρεθήκατε στο Χανκαβάν;
Στόχος κάθε ταξιδιού είναι να γνωρίσουμε την κουλτούρα της χώρας την οποία επισκεπτόμαστε. Ό,τι συνδέεται με την Ελλάδα το βλέπουμε. Κάποιες φορές μπορεί και να το κυνηγάμε. Κάτι τέτοιο συνέβη και στην περίπτωση του ελληνικού χωριού Χανκαβάν.

Το χωριό το βρήκαμε «τυχαία». Πολλές πληροφορίες για αυτό δεν υπάρχουν, παρά μόνο αναφορές τύπου «σε αυτή την περιοχή υπάρχει ένα ελληνικό χωριό». Το Χανκαβάν βρίσκεται περίπου 70 χιλιόμετρα από τη λίμνη Σεβάν, σε υψόμετρο 2.300 μέτρα. Ο δρόμος τελειώνει εκεί.

Δέκα μέρες πριν από εμάς, είχε πάει μια άλλη ομάδα μοτοσικλετιστών στην οποία είχαμε δώσει το δικό μας πρόγραμμα. Περνώντας από εκεί, συνάντησαν μια γιαγιά 85 ετών την κυρα-Ναταλία στην οποία πήγαν να πάρουν τα κλειδιά της ελληνικής εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου. Πριν να φύγουν από το χωριό, είπαν στους ντόπιους ότι θα πηγαίναμε κι εμείς. Κι επειδή μας είπαν πως συνάντησαν Έλληνες αλλάξαμε το πρόγραμμά μας, έχοντας κατά νου ότι θα συναντήσουμε κατά βάση μια... γιαγιά.



Αλλά τελικά δεν ήταν μόνο εκείνη. Μας περίμεναν τόσοι άνθρωποι! Μόλις φθάσαμε στο κέντρο του χωριού και παρκάραμε, βγήκε ένας τύπος από μακριά και φώναξε «σας περιμέναμε!». Ήταν ο Βλαδίμηρος, Έλληνας που είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στην Αρμενία. Σε λίγα λεπτά έφθασαν ο επίσης Έλληνας Αρίστος και ο Αρμένιος Λέο. Οι άνθρωποι δεν μας περίμεναν απλώς, μας φιλοξένησαν. Είχαν στήσει μαζί και με άλλους κανονικό τραπέζι, με δικά τους φαγητά, κοτόπουλο, ντόπιο τυρί, ψωμί και φυσικά τσίπουρο από αχλάδι. Ήταν μια φοβερή βραδιά, με απίστευτο χορό. Στην παρέα ήταν και Αρμένιοι, όχι μόνο Πόντιοι.

Ποιοι έφτιαξαν το χωριό;
Το Χανκαβάν φτιάχτηκε το 1830. Οι κάτοικοι μάς είπαν ότι  δεν ήταν χωριό εξαρχής. Ωστόσο εκεί υπήρχαν ορυχεία χρυσού τα οποία εκμεταλλευόταν μια γαλλική εταιρεία. Στην έκκληση για ανθρώπινο δυναμικό ανταποκρίθηκαν πολλοί Πόντιοι, οι οποίοι μάλλον εκείνη την εποχή ήταν κάτι αντίστοιχο με τους οικονομικούς μετανάστες σήμερα.



Στην αρχή ζούσαν στα παραπήγματα που είχε στήσει η γαλλική εταιρεία εξόρυξης. Ωστόσο οι Πόντιοι ήταν πάντα περήφανοι και προκομένοι άνθρωποι. Έτσι με τα χρήματα που μάζευαν άρχισαν σιγά-σιγά να στήνουν ένα χωριό.

Κάποια στιγμή από επτά οικογένειες βρέθηκαν στο χωριό 120-150 οικογένειες, και η μοναδική διάλεκτος που ακουγόταν ήταν η ποντιακή. Έχτισαν σχολείο και την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου που είναι βασιλική χωρίς τρούλο. Από το τίποτα στήθηκε το χωριό...

Λόγω αναταραχών που έγιναν το 1960 το Χανκαβάν άρχισε να αδειάζει. Ωστόσο εκείνοι οι Πόντιοι που έφυγαν επέστρεψαν κάποια στιγμή και έκτοτε γυρνούν είτε για να μείνουν λίγο είτε για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και να συντηρήσουν τα σπίτια τους. Πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους πηγαινοέρχονται από την Ελλάδα στο χωριό. Οι οικογένειές τους βρίσκονται κατά κύριο λόγο στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, τη Μόσχα.



Υπήρξαν και κάποιοι όμως που έφυγαν και δεν επέστρεψαν. Κάποια από τα σπίτια αυτών που δεν ξαναγύρισαν πουλήθηκαν σε Αρμένιους. Άλλα άρχισαν να χρησιμοποιούνται από Αρμένιους με άδεια των ιδιοκτητών, όπως μου είπαν, με την προϋπόθεση να τα φροντίσουν για να μην καταρρεύσουν. Δυστυχώς κάποια από τα οικήματα δεν ήταν σε καλή κατάσταση.

Ελληνικά ακούγονται στο χωριό;
Τα κοινά ελληνικά και τα ποντιακά!

Υπάρχει νεαρής ηλικίας πληθυσμός, σχολείο κτλ.;
Σχολείο δεν υπάρχει. Νεαρό πληθυσμό δεν είδαμε. Ωστόσο το χωριό έχει ζωή και μπορεί να αποκτήσει ακόμα περισσότερη, καθώς διαθέτει ιαματικά λουτρά. Μάλιστα έχουν διαμορφωθεί οι χώροι και έχει στηθεί ιδιωτική επιχείρηση, ενώ έχει κατασκευαστεί ένας υποτυπώδης ξενώνας. Όταν ήμασταν εκεί υπήρχαν ηλικιωμένοι και νεότερης ηλικίας πελάτες που είχαν πάει για να επισκεφθούν τα λουτρά.



Είπες ότι το βράδυ που φθάσατε στήθηκε γλέντι και χόρεψαν. Τι είδους χορούς;
Αρμένικους. Βέβαια μπορεί και να έτυχε. Μας φιλοξενούσαν Πόντιοι αλλά οι χοροί ήταν αρμένικοι. Η αλήθεια είναι ότι οι άνθρωποι εκεί είναι πολύ δεμένοι μεταξύ τους, ανεξαρτήτως εάν είναι Πόντιοι ή Αρμένιοι.

Μορφή είναι ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης στα ιαματικά λουτρά. Αυτός ο άνθρωπος, ο Κάρεν είναι Αρμένιος και από ό,τι μας είπαν, πριν από τον πόλεμο στο Ναγκόρνο Καραμπάχ ήταν διάσημος χορευτής και χορογράφος. Κάτι σαν τον Έλληνα Φώτη Μεταξόπουλο. Ωστόσο τραυματίστηκε στον πόλεμο και έτσι σταμάτησε να χορεύει. Το γλέντι, λοιπόν, έγινε στον ξενώνα του, οπότε ίσως και για αυτό οι χοροί ήταν αρμένικοι.

Την επόμενη μέρα ήρθαν και επισκέπτες που μιλούσαν ελληνικά αλλά ζουν στο Ερεβάν.

Πώς είναι η ζωή στο χωριό;
Η ζωή είναι φθηνή. Έχει πράσινο. Είναι χτισμένο ανάμεσα σε δυο βουνά και αυτό όπως μας είπαν οι ντόπιοι, βοηθάει για τους προστατεύει από τον αέρα και το χιόνι. Είδαμε μποστάνια, μελίσσια…

Το χωριό δεν είναι πέρασμα. Αρχαία δεν είδαμε να υπάρχουν. Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου ήταν μεγάλη αλλά στο εσωτερικό πολύ λιτή. Έξω από αυτή υπήρχε ένα νεκροταφείο. Όταν μπήκαμε, το συναίσθημα ήταν πολύ δυνατό. Στα μνήματα υπήρχαν ελληνικά ονόματα. Οι κάτοικοι είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι, αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει παπάς για να λειτουργήσει.



Μιλάμε για ένα μικρό ελληνικό χωριό. Υπήρχε ένα μικρό μπακάλικο και μια υποτυπώδης κρατική υπηρεσία. Αλλά, αισθάνεσαι τόσο οικεία, εκεί! Από την πρώτη στιγμή!

Η Αρμενία είναι μια χώρα που κρύβει «διαμάντια». Όμως η εμπειρία σε αυτό το χωριό είναι πραγματικά ανεπανάληπτη και θα μείνει χαραγμένη στην καρδιά μας! Όσα ευχαριστώ και να πούμε, δεν φθάνουν…














pontos-news.gr

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...